Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών μας, αλλά από τις στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα (George Carlin)


Αγαπώ τη Θάλασσα

Αγαπώ τη Θάλασσα.
Γιατί ξεκινάει με το θήτα των θέλω μου. Γιατί είναι ανοιχτή σαν τα άλφα που την απλώνουν. Γιατί το λάμδα της καμπυλώνει τη γλώσσα μου σε κύμα που σπάει μαλακά στο φράγμα των δοντιών μου. Γιατί τα σίγμα της μου χαϊδεύουν τ’ αφτιά σαν το φλοίσβο της σ’ έρημη παραλία.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Γωνίες και καραμέλες



Άφησε το παναμά του στην κρεμάστρα και διάλεξε την τραγιάσκα του. Δρόσισε ο καιρός, μονολόγησε και το σπίτι συμφώνησε βουβά. Πήρε τα κλειδιά του, έβαλε παραμάσχαλα το μπαστούνι και βγήκε.
Την ώρα που κλείδωνε την εξώπορτα θυμήθηκε φευγαλέα το σφίξιμο στο στομάχι την πρώτη φορά που χρειάστηκε να την ξεκλειδώσει για να μπει ξέροντας ότι κανείς δεν τον περιμένει μέσα. Η γυναίκα του είχε φύγει πριν την ώρα της. Δεν με περίμενε, παραπονέθηκε μουρμουριστά μήπως και τον ακούσουν οι γείτονες και πουν πως τα χάνει σιγά σιγά ο γέρος. Τα παιδιά του είχαν φύγει κι αυτά. Στην ώρα τους αυτά. Μεγάλωσαν, σπούδασαν, παντρεύτηκαν, του χάρισαν εγγόνια. Μεγάλα πια και αυτά. Πώς τα κατάφερα; απόρησε.
Έστριψε τη γωνία. Βούλιαξε μηχανικά το λαιμό μέσα στους κυρτωμένους του ώμους να μην τον πάρει στα μούτρα ο βοριάς που είχε ξυπνήσει μαζί του τα χαράματα. Την ώρα που αυτός ρουφούσε τα στεγνά του μάγουλα για τις πρώτες καυτές γουλιές του καφέ του, εκείνος τα φούσκωνε και τρύπωνε από τις χαραμάδες να βοηθήσει τις κουρτίνες στο πρωινό τους τέντωμα.
Ευτυχώς δεν βρέχει σήμερα. Κάποτε αγαπούσε τη βροχή στο πρόσωπό του. Ένιωθε πως τον ξέπλενε, ότι του ’δινε ζωντάνια. Θαρρείς και τη χρειαζόμουν τότε, σάρκασε. Τώρα προτιμούσε ν’ αποφεύγει τις βουρκωμένες μέρες. Δεν είμαι για γλίστρες τώρα. Τα παιδιά δε μου χρωστάνε τίποτα. Έχουνε τις δικές τους έγνοιες, σκεφτόταν.
Ξανάστριψε και ανηφόρισε το δρομάκι για τη μικρή συνοικιακή πλατεία. Έσερνε τα πόδια του προσεκτικά και αργά. Βασανιστικά αργά γι’ αυτόν που ’τανε πάντα σβέλτος στις κινήσεις του.
Τουλάχιστον δε με βλέπεις τώρα, είπε στη γυναίκα του. Εσύ γλίτωσες. Έμεινες για πάντα νέα, συμπλήρωσε. Εμένα η ζωή μου λες και γέμισε πια γωνίες. Οι ευθείες μοιάζουν ατελείωτες. Με κουράζουν. Τα γεράματα γονατίζουν και τη γεωμετρία. Ζήτω η τεθλασμένη! κορόιδεψε. Αστράγαλοι, γόνατα, μέση, δάχτυλα ξεχνούν την καμπύλη και την αρμονία της. Οι κλειδώσεις δε λυγίζουν. Τρίζουνε και σπάνε. Τεθλασμένες κι αυτές. Προσπάθησε να θυμηθεί τη γλύκα της κυκλικής κίνησης. Πώς κουνούσα τα πετάλια του ποδηλάτου; Τώρα, όλα γίνανε σκαλοπάτια. Χαλασμένο νευρόσπαστο κατάντησα πια…
Λαχτάρησε το βλέμμα της και το ’νιωσε σοβαρό πάνω του. Έτσι τον μάλωνε. Σιωπηλά και τρυφερά. Ούτε ομηρικοί καυγάδες ούτε περιττές διαχύσεις. Ισορροπημένα πράματα… Καθώς έμπαινε στη μισογεμάτη πλατεΐτσα, πάσχισε να ορθώσει το κορμί του, λες κι έτσι της απαντούσε. Η γλώσσα του σώματος έχει πολλές και δύσκολες διαλέκτους, υπογράμμισε το σηκωμένο φρύδι του.
Το παγκάκι του ευτυχώς τον περίμενε άδειο. Στηρίχτηκε στο μπαστούνι και με δυσκολία λύγισε τα γόνατα. Επιτέλους κάθισε. Η μέση του τον σούβλιζε αποβραδίς. Αρχίζουν τα κρύα κι οι υγρασίες, του σφύριξαν τα κόκκαλά του.
Στήριξε καλύτερα τα γυαλιά στη μύτη του κι έστρεψε το βλέμμα στην παιδική χαρά. Λίγα παιδία σήμερα. Τα περισσότερα, φωνακλάδικα πιτσιρίκια ή μωρά, με τις γιαγιάδες να κρατάνε ετοιμοπόλεμο το ταπεράκι με το φρούτο τους. Τα μεγαλύτερα δεν γύρισαν ακόμα απ’ το σχολείο. Αυτά θα ’ρθουν στα κλεφτά πριν ή μετά το φροντιστήριο. Λες να τα καταφέρω να ’ρθω και το απόγεμα; αισιοδόξησε. Χαμογέλασε στα πεινασμένα περιστέρια που μαζεύτηκαν γύρω από το ξερό ψωμί που τους σκόρπισε. Ξαναγύρισε στην κουβέντα με τη γυναίκα του κι άφησε τον ήλιο να του ζεστάνει κομμάτι την πλάτη…
— Εδώ είσαι; Σ’ έψαχνα… Πέρασα πρώτα απ’ το σπίτι και δε σε βρήκα… Ξαναφεύγω αύριο, παππού. Την Πέμπτη παρουσιάζω το διδακτορικό μου…
Η φωνή του μεγάλου του εγγονού, μαλακή και γλυκιά, τον έφερε πίσω στο παγκάκι και το στιβαρό αλλά τρυφερό του χέρι τον προσγείωσε στο τώρα.
— Ήρθα για την καραμέλα μου, είπε και του ’κλεισε το μάτι.
Η καραμέλα είχε γίνει η μυστική τους συνήθεια χρόνια πριν. Πρώτη φορά του την είχε δώσει το βράδυ πριν την εξέταση για το πρώτο του χαρτί  στα αγγλικά. Του είχε εξηγήσει ότι λίγη ζάχαρη καθαρίζει το μυαλό. Η επιτυχία του μικρού καθιέρωσε την καραμέλα σαν κρυφό γούρι. Βουβά είχε γίνει από τότε το δικό τους μυστικό.
Το καμάρι κι η βιασύνη έκανε το ψάξιμο στις τσέπες ακόμα πιο δύσκολο. Αδέξιο.
— Φρόντισε να ’χεις του χρόνου και για τον αδελφό μου. Εισαγωγικές είναι αυτές! Ξέρεις τι χρειάζεται…
— Ξέρω. Με λεμόνι τις θέλει αυτός… Άμποτε… 

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Απαντώντας στη Μαρία Κ.


Έγινε πρόσφατα μια συζήτηση για την ιστορία και τη θέση της στο σχολείο, στην οποία συμμετείχαν εκπαιδευτικοί όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων και η ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου. Θα προσπεράσω τη δύσκολα αποκρυπτόμενη αφορμή που την προκάλεσε (εμβαλωματικές αλλαγές στο σε ποιους ανατίθεται η διδασκαλία αυτού του γνωστικού αντικειμένου —απροκάλυπτα οικονομικοί οι λόγοι), γιατί εκδόθηκαν ήδη αρκετά ψηφίσματα διαμαρτυρίας από τους άμεσα θιγομένους και θα αφήσω ασχολίαστο το γεγονός ότι το όλο θέμα δεν πήρε τη δημοσιότητα που του αρμόζει στο ευρύ κοινό.
Θα ήθελα όμως να βάλω στο χαρτί μερικές σκέψεις μου σχετικές και με το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο αλλά και με τους ευρύτερους στόχους του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Πριν από εφτά ή οχτώ χρόνια είχε ξεσηκώσει μεγάλη ταραχή και πολλούς καυγάδες στην ελληνική κοινωνία ένα νέο σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας της έκτης δημοτικού. Λόγω ειδικότητας κλήθηκα πολλές φορές να εμπλακώ σε ιδιωτικές συζητήσεις για το θέμα της επικαιρότητας. Το πάθος που κυριάρχησε απ’ όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές με οδήγησε στην αποστασιοποίηση. Με απογοήτευσε η αδυναμία μου να πείσω ακόμη και μορφωμένους συνομιλητές ότι η ιστορία είναι επιστήμη, όπως άλλωστε και η διδακτική της. Στα αφελή ερωτήματά μου γιατί δεν ξεσηκώνει ανάλογα μαζική συγκρουσιακή θύελλα ένα πόρισμα των μαθηματικών ή της φυσικής και γιατί δεν διατυπώνει με τόσο δογματική βεβαιότητα άποψη ο κάθε μη ειδικός σ’ αυτούς τομείς, έπαιρνα την «αποστομωτική» απάντηση «Μα, αυτές είναι θετικές επιστήμες!». Στάθηκε αδύνατο να πείσω ότι και η ιστορία είναι επιστήμη, αφού και αυτή στηρίζει τα πορίσματά της σε τεκμήρια και αποδείξεις.
Θεωρούσαν ικανοποιητική απάντηση την ιδεολογική της προσέγγιση. Ωστόσο, κάθε επιστήμονας ξεκινάει από μια ιδεολογική βάση. Ο περίφημος πανεπιστήμων Αριστοτέλης αποδεχόταν τη δουλεία, γιατί έδινε το περιθώριο στους ελευθέρους ν’ ασχοληθούν με τα «υψηλά», την αναζήτηση της γνώσης και την τέχνη! Η ιδεολογία παίρνει τη βαρύνουσα σημασία της στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται τα πορίσματα της επιστήμης. Όπως τα πορίσματα της φυσικής μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή όπλων μαζικού ολέθρου ή για την υδροδότηση της Σαχάρας, έτσι και τα πορίσματα της ιστορίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή εθνικιστικής νοοτροπίας και αντίστοιχων υπηκόων —γιατί πολίτες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν—, ή για την αξιοποίηση του παρελθόντος στην κατανόηση του παρόντος και το σχεδιασμό ενός καλύτερου μέλλοντος. Με αυτές τις σκέψεις, καταλήγω στο ταπεινά προσωπικό συμπέρασμα ότι καλό είναι ν’ ακούμε με τον απαραίτητα κριτικό σεβασμό τον ειδικό σε κάθε τομέα.
Οι ίδιες όμως σκέψεις με οδήγησαν στο ερώτημα γιατί αυτές οι αντιλήψεις είναι τόσο βαθιά εγχαραγμένες στην ελληνική κοινωνία. Η απάντηση αναδύεται μπροστά μου αυθόρμητη και αυτονόητη: η ελληνική εκπαίδευση. Πώς μπορεί κανείς να μεταπείσει μια κοινωνία ώστε να «δει» τα πράγματα διαφορετικά, όταν αυτή η κοινωνία γαλούχησε από τη σύστασή της τα μέλη της, γενιά τη γενιά, να βλέπουν τα πάντα φιλτραρισμένα; Μα, με τον ίδιο τρόπο που έγινε το κακό: με την εκπαίδευση! «Αυτά έμαθα εγώ στο σχολείο!», σου λένε.
Κι εδώ γεννιέται το ουσιώδες ερώτημα: Τι διδάσκουμε και πώς το διδάσκουμε;
Διδάσκουμε σκέψη ή μεταδίδουμε πληροφορίες; Και ποιες;
Πληροφορίες μπορούν να βρεθούν εξαιρετικά εύκολα. Τόσο εύκολα που τα παιδιά βαριούνται όταν τους τις παρέχουμε. Αν όμως καταφέρουμε να τους δείξουμε πώς αυτές οι «πληροφορίες» συνδέονται με τη ζωή και την καθημερινότητά τους, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Αν τους δείξουμε ότι η εύρεση του εμβαδού μιας επιφανείας θα τα βοηθήσει να φτιάξουν καλύτερο το κολάζ που θέλουν για τον τοίχο του δωματίου τους, έχουμε κερδίσει κάποιους πόντους. Έτσι δεν είναι; Αν ξεκινήσουμε από το τι σημαίνει τζιχαντιστής και τη διαφορά του από τον ισλαμιστή και την ακόμη μεγαλύτερη διαφορά του από τον μουσουλμάνο (ερώτηση του 12χρονου ανιψιού καθ’ οδόν προς τον κυριακάτικο ποδοσφαιρικό του αγώνα), κερδίζουμε κι άλλους πόντους. Έτσι δεν είναι; Τα μυαλουδάκια μπαίνουν σε κίνηση και προκαλούν νέες ερωτήσεις. Από το «γιατί» για τα τραγικά γεγονότα του Παρισιού θα φτάσουμε στις σταυροφορίες ή στον πόλεμο των πετρελαίων. Με απλές, κατανοητές στην εκάστοτε ηλικία και σύντομες φυσικά απαντήσεις. Οι πλατειασμοί κουράζουν μικρούς και μεγάλους.
Το μεγάλο ζητούμενο είναι να αφουγκραζόμαστε τα ενδιαφέροντα και τα ερωτήματα των παιδιών και να τα τροφοδοτούμε συνεχώς με νέα. Σύντομα θα διατυπωθούν και καλό είναι να είμαστε έτοιμοι, για να μην πω «ετοιμοπόλεμοι». Θα μας πιάνουν συνεχώς στον ύπνο.
Ένα τελευταίο διπλό παράδειγμα. Αγωνίζομαι να εξηγήσω την ορολογία «επιφάνεια», «ενανθρώπιση» και «ανθρωπομορφισμός» στον Όμηρο. Ο μικρός αποστηθίζει φιλότιμα τους ορισμούς, αλλά το βλέπω: το βλέμμα του είναι απλανές. Περνάμε στην ειδικότητα που είχε καθεμία από τις τρεις Μοίρες και, φυσικά, στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι στην εποχή του Ομήρου την έννοια της μοίρας και τη σχέση της με τους ανθρώπους. Το βλέμμα φωτίζεται. Μα δεν λέω και καμιά σοφία. Το μυστήριο λύνεται με την αποκάλυψη ότι λίγο πριν κοιμηθεί το βράδυ τον απασχολεί το ποιος είναι και γιατί είναι έτσι και αν θα είναι πάντα έτσι ή θ’ αλλάξει κι αν, όταν θα πεθάνει, θα είναι αυτός ή κάποιος άλλος και… και… και…
Τα ερωτήματά του με βοήθησαν να του δείξω πόσο κοντά είναι στον ομηρικό άνθρωπο και τι προσπαθούν να κάνουν οι ανθρώπινες θρησκείες και φιλοσοφικές θεωρίες.
Τα ερωτήματα των παιδιών «εξακολουθούν» να με βελτιώνουν ως δασκάλα.
Παραχωρούμε τον απαραίτητο χρόνο ώστε αυτά τα ερωτήματα να γεννηθούν και, φυσικά, να διατυπωθούν; 
Τα αφουγκραζόμαστε ως κοινωνία, όταν σχεδιάζουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα;


Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Η γλώσσα της εξουσίας και η γλώσσα της ελευθερίας

Σ’ ένα απόσπασμα από ένα άρθρο του σχολικού εγχειριδίου σχετικά με τη γλώσσα της εξουσίας και τη γλώσσα της παιδείας και της ελευθερίας υποστηρίζεται ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο εργαλείο επικοινωνίας. Δεν απεικονίζει απλώς την πραγματικότητα, δεν εκφράζει απλώς τις κοινωνικές συγκρούσεις. Γίνεται και η ίδια πεδίο αυτών των συγκρούσεων.
Η κυρίαρχη τάξη επιβάλλει τον δικό της τονισμό στο περιεχόμενο των λέξεων και με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να τεντώνει ή να συρρικνώνει, να αλλοιώνει ή να στρεβλώνει τα σημαινόμενα των λέξεων. Με τη μαζική δε επανάληψη επιβάλλει και τη γενικευμένη χρήση των λέξεων με τη σημασία που εκείνη επιθυμεί.
Επεμβαίνει έτσι και στον τρόπο της σκέψης μας. Γιατί —είτε το θέλουμε είτε όχι— σκεφτόμαστε με τις λέξεις. Οπότε «μαθαίνουμε» να σκεφτόμαστε —ή να μη σκεφτόμαστε— με τον τρόπο που υπηρετεί τους στόχους της.
Ο Μπρεχτ έδειξε πολύ νωρίς το πώς μπορούμε ν’ αντισταθούμε σ’ αυτήν την επιβολή και να υπερασπιστούμε ή να κατακτήσουμε την ελευθερία της σκέψης μας: με την αποδόμηση της γλώσσας της εξουσίας και την αποκάλυψη του τι εννοεί και του πού αποσκοπεί.
Η φωτογραφία από εδώ
Προσπαθώντας να το εξηγήσω αυτό στους εφήβους, μου ήρθε στο μυαλό η ονομασία του πιο οικείου τους υπουργείου. Αφού τους υπενθύμισα ότι η αρχική σημασία της λέξης «υπουργός» (και του λατινογενούς minister) είναι «υπηρέτης», ρώτησα τι φέρνει στο μυαλό τους ο όρος «υπουργείο παιδείας». Κατέληξαν ότι είναι ο κρατικός φορέας που οργανώνει την παιδεία της χώρας. Στην ερώτησή μου αν οι όροι «παιδεία» και «εκπαίδευση» ταυτίζονται απάντησαν αρνητικά και διευκρίνισαν ότι η παιδεία είναι πολύ γενικότερη έννοια και αναφέρεται στη γενικότερη μόρφωση και καλλιέργεια του ανθρώπου. Βρήκαν μάλιστα ότι η παιδεία έχει στενή εννοιολογική συγγένεια με τον πολιτισμό.
Τα ερωτήματα, γιατί αυτά τα δύο υπουργεία ονομάζονται έτσι και ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενό τους, έμειναν μετέωρα…

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Μικρά αναπάντεχα

Οδηγείς μέσα στο μποτιλιάρισμα της κίνησης τις πρώτες απογευματινές ώρες. Το ραδιόφωνο παίζει ερήμην σου στο συνήθη σταθμό με την ήπια μουσική.
Από το πίσω κάθισμα ο μικρός εντεκάχρονος ίσα που πρόλαβε ν’ αλλάξει μόλις γύρισε από το σχολείο και τώρα κοιτάει κάθε τόσο το ρολόι του αυτοκινήτου. Φοβάται μην αργήσει στην προπόνηση. Πού και πού λέει καμιά κουβέντα. Αναρωτιέσαι τι μπορεί να σκέφτεται και πιθανολογείς πως μάλλον προσπαθεί ν’ ανασυντάξει τις δυνάμεις του από τη σχολική ένταση.
Ξαφνικά σε ρωτάει:
— Θεία, πώς λέγεται αυτό το τραγούδι;
— Δεν ξέρω, χαρά μου, απαντάς και συνειδητοποιείς μόλις εκείνη τη στιγμή ότι σιγομουρμούριζε αδέξια τους στίχους που δεν πολυκαταλαβαίνει ακόμα.
— Σου αρέσει; τον ρωτάς ξαφνιασμένη. Όταν γυρίσουμε, θα το ψάξουμε…


Στην επιστροφή, μετά από μιάμιση ώρα τρεχαλητό στο γήπεδο και υπάκουη εκτέλεση των προπονητικών εντολών, αποδίδεις τη σιωπή στην κόπωση και το μασούλισμα της μπανάνας για την απαραίτητη αναπλήρωση του καλίου. Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει πια.
— Τι φεγγάρι! Κοίτα το, θεία! Κοίτα τι ωραία χρώματα! Μα… κοίτα το!
Κι εσύ; Εσύ σφίγγεις το τιμόνι και προσπαθείς να συνταιριάσεις την ηλικία του, τις δραστηριότητές του και τις ανεξάντλητες σκανταλιές του με όσα φαίνεται να τον συγκινούν.
Τα παιδιά δεν παύουν να με ξαφνιάζουν…

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Προσέλθετε

Ξέρω, είναι λίγο τετριμμένα. Τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, εννοώ, που συνοδεύουν τις ευχές μας στις αναρτήσεις των ημερών. Έλεγα να τα προσπεράσω φέτος. Έλα όμως που έπεσα πάνω σ’ αυτό το φιλμάκι. Και φυσικά θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας.
Τι ήχος!
Ακόμη κι αν κάποιος δεν γνωρίζει λατινικά, θα καταλάβει… Ακόμη κι αν δεν πιστεύει σε θεό, θα πιστέψει στον Άνθρωπο…
Την εσωτερική γαλήνη, που τόσο απρόσμενα μου πρόσφερε, σας εύχομαι από καρδιάς!


Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Χωρίς σύνορα

Το έχουμε αναφέρει πολλές φορές: η καλή μουσική, όπως και όλες οι τέχνες, διακρίνεται μόνο από το κατά πόσο αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή. Δεν γνωρίζει σύνορα γεωγραφικά ούτε τελωνεία ταξινομήσεων. Σχίζοντας κάθε ετικέτα, απλώνεται και συγκινεί, εκφράζει κι ενθουσιάζει όλες τις ανοιχτές ψυχές, αυτές που πετάνε ελεύθερες πέρα και πάνω από «κουτάκια», γιατί κι αυτά μια μορφή μισητού εγκλεισμού είναι.
Τα είχαμε ξαναπεί αυτά κάποτε συζητώντας την έννοια της λαϊκότητας. Αφορμή για το σημερινό σημείωμα είναι ένα βίντεο που βρήκα στην ιστοσελίδα «Όγδοο, Το τραγούδι αλλιώς» με όλες τις απαραίτητες συνοδευτικές πληροφορίες.
Θα παρακολουθήσετε την Emmy Storms, νεαρότατη βιολονίστα με διεθνή αναγνώριση, να παρουσιάζει δεξιοτεχνικά με τη συνοδεία της Ορχήστρας Νέων της Ολλανδίας το έργο Tzigane του Maurice Ravel. Η έκπληξη όμως κρύβεται στο μπιζάρισμα, καθώς επιλέγει τα «Ωραία του Τσιτσάνη» για να ευχαριστήσει το κοινό που την επαναφέρει στη σκηνή. Απολαύστε την!


Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Κυριακάτικο ξύπνημα

Πολύ πρωινό κυριακάτικο ξύπνημα. Μαχμουρλίδικο. Καφές βιαστικός και δεύτερος, για ενίσχυση, στο θερμός. Βιαστικό περπάτημα μέχρι το σταυροδρόμι του ραντεβού με το μυαλό ακόμα μουδιασμένο.
Τι το ’θελες κυριακάτικα, μονολογώ. Μόνο αυτό πρόλαβα. Το αυτοκίνητο σταματάει μπροστά μου. Η καλημέρα μου ακούγεται βραχνή ακόμη. Στο πίσω κάθισμα όμως οι δύο ανιψιοί έχουν αρχίσει ήδη τις αδελφικές φάπες και τα τσιμπήματα. Σε τρία λεπτά τα πειράγματα περνάνε και στο μπροστινό κάθισμα.
— Πότε είχαμε πανσέληνο;
— Χτες, νομίζω.
— Και προχτές.
— Βρε, μία μέρα κρατάει η πανσέληνος!
— Όχι, δύο!
— Μία μέρα!
— Δύο μέρες!
— Η πανσέληνος κρατάει μία νύχτα, διορθώνει το μπροστινό κάθισμα και το πίσω ψάχνει νέο θέμα διαφωνίας…
Ο μεγάλος κρυώνει ακόμα από τη νύστα. Σιγά που δεν θα ξενυχτούσε σαββατιάτικα ο πρωτοετής μας. Ο μικρός ωστόσο έχει κέφια και λογοδιάρροια. Σήμερα, βλέπεις, είναι αυτός ο πρωταγωνιστής. Έχει εξασφαλίσει το κοινό του. Πατέρας, αδελφός και θεία θα παρακολουθήσουν τον δεύτερο αγώνα του με την καινούργια του ομάδα.
Τα πλαστικά καθίσματα στο γήπεδο είναι ακόμα βρεμένα από την πρωινή υγρασία. Μέχρι να τελειώσουν όμως το ζέσταμα οι παίκτες, ο ήλιος τα έχει στεγνώσει και μπορούμε επιτέλους να καθίσουμε. Ο διαιτητής σφυρίζει κι ο αγώνας ξεκινάει.
Τα παιδάκια ακόμα δεν έχουν πάρει μπρος. Το τρέξιμό τους είναι αργό και οι φάσεις ελάχιστες. Σαν να τα βλέπω όλα στην τηλεόραση σε αργή κίνηση. Οι οδηγίες των δύο προπονητών καλύπτονται από τις φωνές των πατεράδων που προσπαθούν να ταρακουνήσουν τους κανακάρηδές τους. Μια που δεν μπορούν να παίξουν οι ίδιοι, αναλαμβάνουν το ρόλο του προσωπικού προπονητή! Χάος!
Μετά το πρώτο πεντάλεπτο όμως η ομάδα «μας» έχει ξυπνήσει για τα καλά. Ντρίπλες, γρήγορες πάσες, τριγωνάκια, ξεμαρκαρίσματα. Ειδικά ένα πιτσιρίκι, που η μπάλα τού φτάνει σχεδόν στο γόνατο, κεντάει στο γήπεδο. Το γκολ έρχεται λίγο πριν τη λήξη του ημιχρόνου.
Στο δεύτερο ημίχρονο η υπεροχή της ομάδας «μας» είναι πασιφανής. Το δεύτερο γκολ μπαίνει από συγγενικό πόδι! Χαμόγελα! Οι αντίπαλοι κατορθώνουν από στημένη φάση να μειώσουν τη διαφορά, αλλά ακολουθούν δύο δικά «μας» γκολ και το ματς τελειώνει χωρίς κανένας να τα βάλει με τον διαιτητή! Οι ομάδες χαιρετιούνται αθλητικότατα μεταξύ τους και αποχωρούν. Στο δρόμο της επιστροφής είναι αναμενόμενη η ανάλυση των φάσεων, η κριτική και τα σχετικά πειράγματα.
— Μάλλον χρειαζόσουν περισσότερες φάπες για να ξυπνήσεις…
— Λέγε ό,τι θέλεις… Πάντως έβαλα δύο!
Σ’ όλο αυτό το διάστημα προσπαθώ να θυμηθώ ποια είναι αυτή η μουσική που τριβελίζει σαν υπόκρουση τ’ αφτιά μου από τη στιγμή που άρχισε ο αγώνας. Χαμηλόφωνη στην αρχή, όσο οι προσπάθειες των παικτών ήταν ακόμα υποτονικές, και στη συνέχεια επιταχυνόμενη, με αύξουσα ένταση, σαν σάλπισμα για επίθεση.
Εμ βέβαια, Rossini! Το δεύτερο μέρος της εισαγωγής στον Γουλιέλμο Τέλλο! Άει στο καλό, πια!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...